Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΑΔΑ

Έχουν χυθεί τόνοι μελανιού προκειμένου να αναλυθεί το περίπλοκο ζήτημα του μακεδονικού.  Κατ’αρχάς να επισημάνω πως αποτελεί κοινή βάση όλων πως η Μακεδονία είναι ελληνική. Από κει και πέρα ανιστόρητες παρεμβάσεις εκ μέρους των Σκοπίων έχουν διαστρεβλώσει την ιστορία με αποτέλεσμα να προκαλούνται διαξιφισμοί με την Ελλάδα.

Πηγαίνοντας πίσω, το 1991, η τότε αποσχιζόμενη Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας από την ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία αυτοανακηρύχθηκε ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Την πρωτοβουλία αναλαμβάνει τότε ο Στρατάρχης Τίτο, ο οποίος διακρίνει από τη Σερβία ένα οριοθετημένο χώρο, την “Vardar Banovina” (σημερινή ΠΓΔΜ) και καθιστά έτσι την περιοχή ομοσπονδιακή συνιστώσα της τότε ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας. Στη συνέχεια, δίνονται διάφορες ονομασίες στην περιοχή, όπως «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας» και «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας». Και όπως είναι γνωστόν, ουδέν μονιμότερο του προσωρινού. Το «μακεδονικό έθνος» άρχισε σιγά-σιγά να ωριμάζει σαν ιδέα στη σκέψη των πολιτών και αυτή ήταν η απαρχή για τις επικείμενες διεκδικήσεις του Στρατάρχη στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας, αλλά και του Αιγαίου. Αυτές οι αλυτρωτικές τάσεις είχαν εκφραστεί ήδη από το 1944 όταν ο Τίτο διακήρυσσε δημόσια πως στόχος του ήταν η επανένωση της ευρύτερης περιοχής της Μακεδονίας, εκείνης που είχε διασπαστεί με τους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913). Την περίοδο αυτών των δηλώσεων η Αμερική είχε αντιταχθεί εξ’αρχής αναγνωρίζοντας τις επιθετικές βλέψεις της περιοχής της Γιουγκοσλαβίας σε βάρος της Ελλάδας. Το θέμα όμως που είχε προκύψει ήταν προφανές. Η ΠΓΔΜ αυτοχαρακτηριζόταν ως «μακεδονικό έθνος» και το χειρότερο είναι πως σύστηνε και τον εαυτό της σε άλλες χώρες και διεθνείς οργανισμούς ως τέτοιο. Η αντίδραση από την Ελλάδα ήταν όχι μόνο αναμενόμενη αλλά και εύλογη καθώς ήταν σαφείς οι υφέρπουσες επεκτατικές βλέψεις της ΠΓΔΜ προς την ελληνική επικράτεια. Εξ’αρχής ήταν μια καθαρά αντιδεοντολογική, παράνομη και άνευ λογικής κίνηση των Σκοπίων που έπληξαν τις σχέσεις των δύο κρατών.

Το μακεδονικό ζήτημα μπαίνει πλέον επίσημα στην ατζέντα των Ηνωμένων Εθνών. Το 1993 ο ΟΗΕ εκδίδει δύο ψηφίσματα υπέρ της εξεύρεσης ταχείας λύσης στη διπλωματική αντιπαράθεση που είχε προκύψει μεταξύ Ελλάδας-Σκοπίων. Ως προσωρινή λύση από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών δόθηκε η αναγνώριση του ονόματος των Σκοπίων ως Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία Μακεδονίας. Αργότερα, ρυθμίσεις στις διμερείς σχέσεις αποτέλεσαν η διαμόρφωση σχέσεων και επικοινωνίας σε επίπεδο πρεσβειών και διπλωματικών ανταποκρίσεων, η αναγνώριση των διεθνώς νομικά οριοθετημένων συνόρων των δύο πλευρών, η κυριαρχία και πολιτική ανεξαρτησία, η ελευθερία κίνησης ανθρώπων και αγαθών ανάμεσα στις δύο χώρες, καθώς και η εξασφάλιση των ανθρωπίνων και πολιτιστικών δικαιωμάτων, όπως και η ενίσχυση των οικονομικών, εμπορικών, περιβαλλοντικών και νομικών σχέσεων των δύο πλευρών. Όλες αυτές οι ρυθμίσεις συμπεριλαμβάνονταν στη λεγόμενη «Ενδιάμεση Συμφωνία» που σύνηψε η Ελλάδα με τα Σκόπια το 1995 και προϋπέθεταν την παρέμβαση των καλών υπηρεσιών πρωταρχικά των Ηνωμένων Εθνών, αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς επίρρωση της απόπειρας εξεύρεσης ειρηνευτικής λύσης. Αυτή η διευθέτηση καθιέρωσε ένα δεσμευτικό «κώδικα συμπεριφοράς» που θα εξυπηρετούσε τις αρχές της καλής γειτονίας και θα επέλυε το ζήτημα. Ωστόσο οι αντιμαχίες συνεχίζονται μέχρι σήμερα.

Η Ελλάδα έχει άπειρους λόγους να θέτει κόκκινες γραμμές στο ζήτημα της ονομασίας και της χρήσης ορισμένων συμβόλων από τα Σκόπια. Όσο δύσκολο είναι γεωγραφικά να οριστεί ο χώρος της ΠΓΔΜ, πρόβλημα που πηγάζει από τον 6ο-7ο αιώνα μ.Χ. λόγω της σλαβικής επιδρομής στην περιοχή, τόσο εύκολη είναι η διαπίστωση πως η Μακεδονία είναι ελληνική. Από την ετυμολογία και μόνο της λέξης [Μακεδονία < μακεδονία < μακεδνός (ίσως συγγενές με το μήκος/ μακρός, ίσως προελληνικό, δωρικού τύπου)], γίνεται αντιληπτό πως η ρίζα είναι ελληνική. Οι ίδιοι οι Μακεδόνες ως φυλή είναι αρχαία ελληνική και μιλούσαν επίσης ελληνικά. Η αρχιτεκτονική, η ζωγραφι­κή, η γλυπτική, η διακοσμητική, οι ρυθμοί, η πολεοδομία είναι όλα ελληνικά. Ο ίδιος ο Ηρόδοτος, ο πατέρας της ιστορίας, αναφέρεται στους Μακεδόνες ωσάν Έλληνες, ενώ και ο Στράβων, γεωγράφος, φιλόσοφος και ιστορικός, σκιαγραφώντας γλαφυρά τα ελληνικά σύνορα, επισημαίνει “…το δ’ Αιγαίον πέλαγος δύο κλύζει πλευράς της Ελλάδος, την μεν προς έω βλέπουσαν, τείνουσαν δέ από Σουνίου προς την άρκτον μέχρι του Θερμαίου κόλπου και Θεσσαλονικείας Μακεδονικής πόλεως (…) την δέ προς νότον την Μακεδονικήν από Θεσσαλονικείας μέχρι Στρυμόνος. “. Και δεν χωράει αμφιβολία, ουδέποτε κανείς άλλωστε επιχείρησε να τα αμφισβητήσει όλα αυτά. Συμπληρωματικά, ακόμα και τα δοξαστικά ιδεώδη στην Μακεδονία ήταν ίδια με την υπόλοιπη επικράτεια της Ελλάδας. Πίστευαν εξίσου στους Δώδεκα Θεούς και αντιμετώπιζαν τον Όλυμπο επίσης ως κατοικία των θεών αυτών, όπως ακριβώς και οι υπόλοιποι Έλληνες.  Όσον αφορά στους Ολυμπιακούς Αγώνες, οι Μακεδόνες συμμετείχαν κανονικά καθότι ανήκαν και εκείνοι στο ελληνικό έθνος. Να σημειωθεί πως οι Ολυμπιακοί Αγώνες ξεκίνησαν από την Ελλάδα, επομένως στην αρχή επιτρεπόταν μόνο σε Έλληνες η συμμετοχή. Στη Μακεδονία, επίσης, υπήρχαν ελληνικά θέατρα και ο κόσμος παρακολουθούσε ελληνικές τραγωδίες. Όσον αφορά στα πολιτιστικά, λοιπόν, οι ομοιότητες αποδεικνύουν του λόγου το αληθές.

Πηγαίνοντας τώρα σε ένα ακόμα φλέγον ζήτημα, εκείνο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, υπάρχει πληθώρα αποδεικτικών στοιχείων που πιστοποιούν την ελληνική του καταγωγή και επιβεβαιώνουν την ελληνικότητα της Μακεδονίας. Κατ’αρχάς, ο Μέγας Αλέξανδρος έδρασε σε μια περίοδο που ουδέποτε ονομάστηκε Μακεδονική, αλλά «Ελληνιστική περίοδος». Γεννηθείς από τον Φίλιππο Β’ της Μακεδονίας και την Ολυμπιάδα, η καταγωγή του ήταν δωρική, συνεπώς ελληνική. Ως αρχιστράτηγος υπηρέτησε όλους τους Έλληνες, εξού και το 335 π.Χ. η πλειοψηφία των Ελλήνων του παραχώρησαν την εξουσία. Ακόμα και οι διάδοχοί του κινήθηκαν στα ελληνικά πλαίσια, διέδωσαν την ελληνική γλώσσα από τη Μεσόγειο ως τον Ινδό ποταμό. Ήταν φανερό πως δρούσαν αποκλειστικά ως Έλληνες. Να σημειωθεί πως η ελληνική γλώσσα την οποία προσπαθούσαν να διαδώσουν, υπήρχε σε κύρια ονόματα, τοπωνύμια, ονόματα εορτών κ.λπ. Ακόμα και η γραμματική στη Μακεδονία ήταν αποτύπωση της αρχαίας ελληνικής. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνουν τόσο οι επιγραφές που βρέθηκαν με την πάροδο του χρόνου, οι οποίες ήταν γραμμένες στην ελληνική γλώσσα, όσο και οι αναπαραστάσεις των νομισμάτων που σχετίζονταν με την αρχαία ελληνική τέχνη και γλώσσα. Αναφορικά και με τη χρήση του Ήλιου της Βεργίνας ως συμβόλου στη σημαία της ΠΓΔΜ, αυτό είναι κάτι επίσης παράλογο και προκλητικό, καθώς το εν λόγω σύμβολο απεικονίζεται σε χρυσή λάρνακα Βασιλικού τάφου που αποδίδεται στην Μακεδονική Βασιλική Δυναστεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του πατέρα του, Φίλλιπο Β’. Αξίζει να σημειωθεί, βέβαια, πως η Ενδιάμεση Συμφωνία, στην οποία αναφερθήκαμε πρωτύτερα, ανάγκασε την ΠΓΔΜ να αντικαταστήσει το σύμβολο αυτό με έναν άλλο ήλιο σε διαφορετικό σχήμα.

Τη δεδομένη χρονική στιγμή η ελληνική εξωτερική πολιτική καλείται να προβάλλει σθεναρά τη θέση της Ελλάδας στο ζήτημα αυτό και να υπερασπιστεί με κάθε νόμιμο μέσο την ιστορική αλήθεια. Έχει αποδείξει ήδη η Ελλάδα τις καλοπροαίρετες διαθέσεις της. Το 2012 καλεί την ΠΓΔΜ σε σύμπραξη για την υπογραφή ενός Μνημονίου Συνεργασίας, κατά το οποίο δεν θα αφήνονται αιχμές για παρεμβολή σε ελληνικά εδάφη και εθνικά ζητήματα. Τα Σκόπια όμως απορρίπτουν την πρόταση. Ο τρόπος με τον οποίο επιχειρούν να επιβληθούν de facto τα Σκόπια, παρότι δεν εξομαλύνει την κατάσταση, ωστόσο φέρνουν την Ελλάδα προ τετελεσμένων γεγονότων. Αυτή τη στιγμή τα Σκόπια, στα πλαίσια των Ηνωμένων Εθνών αυτοαποκαλούνται «Δημοκρατία της Μακεδονίας» και παρά τις αντιδράσεις της διεθνούς κοινότητας, δεν φαίνεται να είναι πρόθυμα να συνεργαστούν. Οποιεσδήποτε απόπειρες καλής πίστης και εποικοδομητικού πνεύματος αναλαμβάνει η Ελλάδα πέφτουν στο κενό. Η Ελλάδα επιθυμεί σαφώς να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση σεβόμενη την αρχή της καλής γειτονίας. Ωστόσο η πρακτική δείχνει πως χάνει περισσότερα από όσα κερδίζει. Παρότι η Ελλάδα παρουσιάζει μια συντηρητική και μετριοπαθή θέση, η ΠΓΔΜ δεν διστάζει να καταφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης προκειμένου να εγείρει αμφισβητήσεις σχετικά με την άρνηση της Ελλάδας εισόδου της χώρας στο ΝΑΤΟ, λόγω της μη επίλυσης του ονοματολογικού. Προς όφελός μας, το Διεθνές Δικαστήριο «νίπτει τας χείρας του» αρνούμενο να παρέμβει καθότι, όπως ισχυρίζεται δεν ανήκει στη δική του δικαιοδοσία το συγκεκριμένο ζήτημα. Προς όφελος επίσης δικό μας, μπλοκάρεται η είσοδος των Σκοπίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για την οποία είσοδο προϋπόθεση αποτελεί η αμοιβαία συμβιβαστική λύση μεταξύ ημών και εταίρων, πάντοτε όμως υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Παρά αυτές τις εξελίξεις, βέβαια, η μετριοπάθεια και η καλοπροαίρετη διάθεση της Ελλάδας απέναντι στα Σκόπια αποδεικνύεται από το γεγονός πως οφείλεται σε ελληνική πρωτοβουλία η ευρωπαϊκή και ευρώ-ατλαντική προοπτική των Σκοπίων. Χάρις την ελληνική συναίνεση η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας απέκτησε καθεστώς υποψήφιας χώρας στην ΕΕ και έφθασε στα πρόθυρα της ένταξης στο ΝΑΤΟ. Το ζήτημα, παρά ταύτα, βρίσκεται ακόμα..στα αζήτητα. Γι’αυτό ίσως μια πιο αιχμηρή πολιτική προσέγγιση ή ίσως μια πιο συνετή και λογική διπλωματική αντιμετώπιση να στρίμωχνε την «αντίπαλο» χώρα να επιδείξει από μεριάς της την ίδια καλή διάθεση.

Η σταθερότητα και η συνέπεια της ελληνικής θέσης απέναντι στο ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων (ή ΠΓΔΜ) αποδεικνύεται περίτρανα μέσα στο χρόνο. (Όπως επίσης αποδεικνύονται περίτρανα και οι μεγαλοϊδεατικές εδαφικές βλέψεις τόσο των Σκοπίων, όσο και της Βουλγαρίας, αλλά και της Αλβανίας κατά περιπτώσεις). Είναι σαφές πως ως έθνος δεν μπορούμε να λακίσουμε σε ένα τέτοιο εθνικό ζήτημα μείζονος σημασίας. Χρειάζεται να υπάρξει θετική έκβαση με την υιοθέτηση εκ μέρους της ΠΓΔΜ ονομασίας με «γεωγραφικό προσδιορισμό πριν από τη λέξη «Μακεδονία», γεγονός που θα συμβάλλει στην οριστική λύση του προβλήματος και θα τονώσει τις σχέσεις των δύο χωρών, αναδεικνύοντας τη δυναμική της συνεργασίας τους- εάν και εφόσον και οι 2 πλευρές το επιθυμούν…

S. Christofyllidis

Advertisements