Blog

Τουρκικό δημοψήφισμα: Η επόμενη μέρα μετά το “ναι”

Το Πάσχα στην Ελλάδα έπεται να συμπέσει με μια ιστορική εξέλιξη, ένα κρίσιμο δημοψήφισμα στην Τουρκία που μέλλει να καθορίσει πλήθος διεθνών εξελίξεων αμιγώς πολιτικών. Ο εσωτερικός όσο και εξωτερικός αντίκτυπος προβλέπεται ηχηρός με τη συνταγματική αναθεώρηση να διχάζει την τουρκική κοινωνία.

Εν συντομία, ποιο είναι το θέμα του τουρκικού δημοψηφίσματος; Βασικό θέμα τίθεται το προεδρικό σύστημα που προτάσσει η πλευρά Ερντογάν προς αντικατάσταση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Στόχος τίθεται η ισχυροποίηση του αξιώματος του προέδρου που μέχρι πρότινος περιοριζόταν σε πιο συμβολικό-εθιμοτυπικό ρόλο.

Τι σημαίνει το «ναι» ως απάντηση στο δημοψήφισμα της 16ης Απριλίου 2017;
Ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κινείται με άξονα την ιστορική παράδοση της τουρκικής κοινωνίας να τάσσεται υπέρ ενός ισχυρού ηγέτη. Είναι έτοιμος να διχάσει πολιτικά την Τουρκία και να δημιουργήσει δύο πόλους: εκείνον της ενδοχώρας και τον κλοιό της υπεράσπισης του “όχι”, με τον οποίο τάσσεται και η (φιλο)κουρδική πλευρά. Από τη θέση του σουλτάνου και του ιμάμη ως τον πρόεδρο, παραδοσιακά οι Τούρκοι επιζητούσαν να ηγείται της χώρας τους ένας απόλυτος μονάρχης. Για τον ίδιο τον Ερντογάν, η θετική έκβαση του δημοψηφίσματος θα σημάνει τη δυνατότητα να διεκδικήσει δύο ακόμα θητείες, πράγμα που σημαίνει πως η προεδρία του θα μπορούσε να τραβήξει τουλάχιστον μια 10ετία ακόμη. Εν συνεχεία, βάσει των περαιτέρω διατάξεων του δημοψηφίσματος, η επικράτηση του «ναι» θα διασφαλίσει παντοδυναμία στον πρόεδρο, καθότι το αξίωμα του πρωθυπουργού θα μειωθεί δραματικά, αφαιρώντας του τη δυνατότητα διορισμού του υπουργικού συμβουλίου, το οποίο θα περάσει στα χέρια του Ερντογάν. Ο τελευταίος θα μπορεί να λειτουργεί με διττό ρόλο, ως πρόεδρος της Τουρκίας και ως εκπρόσωπος του κόμματός του, καθώς δεν θα υπάρχει ασυμβίβαστο στα δύο αξιώματα.  Στα πλαίσια του κοινοβουλίου, προβλέπεται αύξηση κατά 50 βουλευτές, ενώ θα έπεφτε το κατώτατο όριο ηλικίας στα 18 έτη. Το τουρκικό κοινοβούλιο θα είναι το μόνο αρμόδιο πια να παραπέμψει τον πρόεδρο στη δικαιοσύνη, πράγμα που δεν θα συνέβαινε όχι μόνο λόγω της επικράτησης του AKP στην τουρκική βουλή, αλλά και γιατί η δικαιοσύνη δε θα τηρούσε καν τα στοιχειώδη κριτήρια ανεξαρτησίας. Και αυτό γιατί ο πρόεδρος θα έχει την αρμοδιότητα να ορίσει τους 4 από τους 13 δικαστές του ανωτάτου δικαστικού συμβουλίου της χώρας. Η παρεμβολή του Ερντογάν στη δικαιοσύνη είναι δεδομένη μετά την ενδεχόμενη επικράτηση του «ναι» στο δημοψήφισμα. Επιχειρώντας να γράψει ιστορία, ο Ερντογάν δε θα διστάσει να κάνει χρήση όλων των εξουσιών, υπέρ των οποίων μάχεται θεούς και δαίμονες στην Ευρώπη.

Με αυτά τα δεδομένα, καθίσταται σαφές πως ο Ερντογάν επιδιώκει να (ανα)διαμορφώσει μια ισχυρή, παντοδύναμη Τουρκία και να ξεδιπλώσει όλη την εθνικιστική του πολιτική. Στο εσωτερικό, αναμένεται περαιτέρω εκκαθάριση του στρατού, του τύπου και όλων των εξουσιών ή δυνάμει εξουσιών που επηρεάζουν την κοινή γνώμη. Με την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, ο Ερντογάν θα μπορεί να εκδίδει ελεύθερα προεδρικά  διατάγματα και να καθορίζει όλη την εσωτερική οργάνωση και δράση της χώρας που θα κινείται στα δικά του μέτρα και σταθμά. Η απεριόριστη αυτή δυναμική θα απελευθερώσει και ένα σύνολο διεθνών εξελίξεων. Εξελισσόμενη σε ακόμα λιγότερο δημοκρατική χώρα, η Τουρκία θα προτάξει το αντιευρωπαϊκό, αντι-δυτικό της πρόσωπο. Έχοντας ήδη διαρραγεί οι σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση πριν το δημοψήφισμα, ενδεχόμενη επικράτηση του «ναι» θα αποσυντονίσει εντελώς τις σχέσεις των δύο πλευρών. Είναι πιθανό μάλιστα από πλευράς Βρυξελλών να τεθεί ξανά ζήτημα ελλιπών προϋποθέσεων της Τουρκίας για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η συμφωνία για το μεταναστευτικό θα βρεθεί και πάλι στον αέρα, καθώς οι αξιώσεις που θα εγείρει ο Τούρκος πρόεδρος ευλόγως θα απορριφθούν από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όσον αφορά στην εμπλοκή της Τουρκίας στη Συρία, η ενδυνάμωση του προέδρου ισοδυναμεί με ακραίες, προκλητικές ενέργειες. Σημειώνεται μάλιστα πως στην Τουρκία ανήκει ήδη μια λωρίδα της Βόρειας Συρίας κατόπιν της Συνθήκης της Λωζάννης (1923) και δεν θα διστάσει ο Ερντογάν να εκφράσει τις ιμπεριαλιστικές του διαθέσεις υποκινώντας πολεμικές ενέργειες στην περιοχή. Κάτι τέτοιο θα αποσκοπούσε και στην αποτροπή δημιουργίας κουρδικού κράτους στην περιοχή που θα ενδυνάμωνε την τουρκική μειονότητα. Ακόμα, σε περίπτωση που ο Ερντογάν ισχυροποιηθεί πολιτικά, και σε περίπτωση που οι εξελίξεις δεν τον ευνοήσουν, δεν αποκλείεται οι βλέψεις του να στραφούν και πάλι προς το Αιγαίο και τη Θράκη. Είναι συνήθης πια η αμφισβήτηση διεθνών συνθηκών και η τουρκική παρουσία στο FIR Αθηνών θα αυξηθεί με στόχο την αξίωση μεγαλύτερου μεριδίου από τα ελληνικά εδάφη. Αυτό εύκολα θα μπορούσε να οδηγήσει σε κλιμάκωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και να προκαλέσει ατυχές διπλωματικό επεισόδιο. Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε το Κυπριακό. Ενδεχόμενη νίκη του Ερντογάν θα σημάνει και το τέλος των διαπραγματεύσεων, καθώς είναι δεδομένο πως η σκληροπυρηνική του πλευρά θα πυροδοτήσει εντάσεις στην επίλυση του ζητήματος.

Ανεξαρτήτως αποτελέσματος, ο Τούρκος πρόεδρος έχει δείξει τα δόντια του σε εσωτερικό και εξωτερικό και δείχνει πανέτοιμος να εφαρμόσει το αυτοκρατορικό του όραμα. Μένει να αποδειχθεί αν οι συνθήκες τον ευνοήσουν…

S. Christofyllidis

Η αρχή του τέλους της Συρίας με υπογραφή τρίτων

Επί 6 συνεχόμενα χρόνια, η Συρία βάλλεται από έναν εμφύλιο πόλεμο που έχει κυριολεκτικά αποδεκατίσει τη χώρα. Παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εκτελέσεις αμάχων και στρατιωτών, βομβαρδισμοί, αιματοχυσία και ισχυρές προσφυγικές ροές είναι μερικές από τις έννοιες που περιγράφουν την κατάσταση της χώρας. Μέσα σε όλα αυτά, ΗΠΑ και Ρωσία έχουν ένα και μόνο σκοπό: να καθορίσουν το αναδυόμενο status quo.

Από την αρχή του εμφυλίου (2011), η Ρωσία έχει εμπλακεί έμμεσα στον πόλεμο, δίνοντάς του χαρακτήρα «πολέμου δι’αντιπροσώπων», χωρίς, δηλαδή, άμεση εμπλοκή της ίδιας, παρά με παρακίνηση εξωτερικών δυνάμεων. Χαρακτηριστική η άσκηση βέτο της Ρωσίας στον ΟΗΕ, όταν ο Οργανισμός ψήφιζε για την παραίτηση του Άσαντ από την κυβέρνηση της Συρίας. Εν έτη 2015, κατόπιν και της καταστροφής εξαίρετων θρησκευτικών μνημείων στην Παλμύρα, ο Πούτιν ξεκινά και επίσημα την εμπλοκή του στον πόλεμο μέσα από βομβαρδισμούς που στόχευαν τους αντάρτες, τους οποίους και καθιστά υπεύθυνους για τον εκτροχιασμό της κατάστασης στην περιοχή. Η στήριξη που παρέχει η Ρωσία στη κυβέρνηση Άσαντ είναι σταθερή, γεγονός που επιβεβαιώνει και η σύμπραξη(ακόμα και) με τις ΗΠΑ για το σχέδιο εκεχειρίας περί τα τέλη του 2016. Το εγχείρημα εκεχειρίας λήγει άδοξα μετά την ανατίναξη πομπής φορτηγών κοντά στο Χαλέπι της Συρίας με πρωτοβουλία των ΗΠΑ, ενώ δεν αργεί να φουντώσει και πάλι η διαμάχη ανάμεσα στο Ισλαμικό Κράτος και τη συριακή κυβέρνηση. Τον Μάρτη πλέον του 2017, επιτεύχθηκε μια σημαντική πολιτική συμφωνία μεταξύ Ρωσίας, ΗΠΑ και Τουρκίας που αποσκοπούσε στην οργάνωση και το συντονισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων στο συριακό κράτος. Προς επίρρωση του σχεδίου αυτού, το υπό εμφύλιο κράτος της Συρίας διαιρείται σε τομείς ευθύνης ή αλλιώς ζώνες επιρροής ανάμεσα στις δύο μεγάλες δυνάμεις, τη Ρωσία και τις ΗΠΑ. Κατανομή ζώνης επιρροής στην Τουρκία δεν υπήρξε, καθότι ήλεγχε ήδη μέρος της χώρας μέσω της κατάληψής της από τουρκικό στρατό. Η Ρωσία όμως αναστέλλει τη συμφωνία για την αεροπορική ασφάλεια πάνω από τη Συρία που περιόριζε τις επιχειρήσεις της. Λόγος της διακοπής του μνημονίου συνεργασίας με την Αμερική καθίσταται η απόφαση της τελευταίας να βομβαρδίσει εκ νέου το συριακό κράτος. Γενικά, η Ρωσία έχοντας ως κίνητρο τη διασφάλιση της παρουσίας της στη Συρία, διατηρώντας και τη ναυτική της βάση εκεί, έχει επιλέξει να στηρίζει τη κυβέρνηση και να αντιμάχεται με τις δυνάμεις της Δύσης με κάθε κόστος. Ισχυρό διπλωματικό της χαρτί έχει αποτελέσει το γεγονός πως το «αντικαθεστωτικό μπλοκ» της δυτικής πλευράς είναι αρκετά αχανές καθώς πέρα από τη Δύση, τα κράτη του Κόλπου και την Τουρκία, περιλαμβάνει και το Ισλαμικό Κράτος, το οποίο η Τουρκία διατείνεται πως αντιμάχεται.

Όσον αφορά τις τελευταίες ενέργειες των ΗΠΑ απέναντι στη Συρία, αυτές δε θα μπορούσαμε να πούμε πως χαρακτηρίζουν πλήρως την καθιερωμένη στάση της αμερικανικής πλευράς. Ωστόσο, έχουν αφορμή, και αυτή συνοψίζεται στην ειδεχθή δολοφονική επίθεση με χημικά που δέχθηκε η πόλη Χαν Σεϊχούν, περιοχή ελεγχόμενη από τους αντάρτες στη βορειοδυτική πλευρά της χώρας. Η τοξική αυτή επίθεση καταδικάστηκε από σύσσωμη τη διεθνή κοινότητα, η πλειονότητα της οποίας κατηγόρησε ευθέως την κυβέρνηση του Μπασάρ αλ Άσαντ για το αποτρόπαιο αυτό έγκλημα με τη χρήση χημικών. Έτσι, προκλήθηκε και η παρέμβαση των ΗΠΑ που έπληξαν για δεύτερη φορά μετά το 2014 στρατιωτικούς στόχους εντός συριακού εδάφους που ελέγχει ο Άσαντ με εναέριους βομβαρδισμούς. Η επίθεση αυτή, αξίζει να σημειωθεί, εξαπολύθηκε χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Κογκρέσου, όπως προβλεπόταν σε περίπτωση εμπλοκής σε πόλεμο. Εξουδετερώθηκε κατ’αυτό τον τρόπο, όμως, όπως υποστηρίζει και ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, η βάση από την οποία προκλήθηκε η χημική επίθεση. Πέραν αυτών, κομβικό ρόλο διαδραμάτισε και η διεθνής κοινότητα στο σύνολό της, η οποία στήριξε τη στάση της Αμερικής, καθώς και την αιτιολογία της πως πρόκειται για προληπτικό και αποτρεπτικό μήνυμα. Γαλλία, Βρετανία, Γερμανία, Πολωνία, Τουρκία, Ισραήλ, Καναδάς, Σαουδική Αραβία, ακόμα και το ίδιο το ΝΑΤΟ τάχθηκαν υπέρ των ΗΠΑ. Κερδίζοντας και τη «νομιμοποίηση» και την έγκριση άλλων κρατών, ο Τραμπ ενισχύει, έτσι, και την αποδοχή του από τη διεθνή κοινότητα, μια αποδοχή που χρειάζεται για άλλα δύσβατα μονοπάτια στα οποία θέλει να οδηγήσει την αμερικανική πολιτική. Ο βομβαρδισμός της αεροπορικής βάσης εκ μέρους της Αμερικής με 59 Τόμαχοκ βρίσκει υποστηρικτή και τον Τούρκο πρόεδρο Ερντογάν, με αποτέλεσμα να παγώνουν και πάλι οι ρωσοτουρκικές σχέσεις.

Η πολιτική της Αμερικής με τον Τραμπ και οι ισορροπίες δυνάμεων έχουν αλλάξει. Ο στόχος εξουδετέρωσης των τζιχαντιστών έχει αντικατασταθεί από τον στόχο απομάκρυνσης του Άσαντ από την εξουσία και ανάληψης δράσης της ίδιας της Αμερικής κατά του καθεστώτος της Δαμασκού. Παρά το γεγονός πως Τραμπ και Ομπάμα συμφωνούσαν στην αποφυγή άμεσης εμπλοκής στη Συρία, οι συνθήκες ώθησαν το Πεντάγωνο να ανοίξει πυρ και να καταδικάσουν με αυτό τον τρόπο το έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Η στάση του νέου Προέδρου, βέβαια, καταδεικνύει και ένα άλλο μοντέλο ηγεσίας, ένα μοντέλο που ίσως χρειαζόταν ο σύγχρονος κόσμος και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το προφίλ του Ομπάμα. Εν προκειμένω, ο Τραμπ εμφανίζεται ως ο αποφασιστικός, καθοδηγητικός ηγέτης που αντιδρά στις εξελίξεις, σε αντίθεση με τον Ομπάμα που συνήθιζε να αντιδρά κατόπιν πιστής ακολουθίας των προβλεπόμενων διαδικασιών, χάνοντας πολύτιμο χρόνο και εστιάζοντας περισσότερο στις διαβουλεύσεις. Ποιο είδος ηγεσίας θα κοστίσει περισσότερο, μένει να μας το δείξει η ιστορία. Σημαντική σε αυτή τη φάση είναι και η διαφοροποίηση Τραμπ-Πούτιν με πλήρως αντίθετη προσέγγιση, γεγονός που εκπλήσσει όσους είχαν «πειστεί» από τη φιλορωσική προεκλογική διάθεση του τωρινού προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών. Όσον αφορά στο ρόλο της Τουρκίας, το ενδεχόμενο να έχει προμηθεύσει εκείνη το Ισλαμικό Κράτος με το χημικό αέριο «σαρίν», την καθιστά συνυπαίτια της τραγωδίας. Ο Τούρκος πρόεδρος το γνωρίζει καλά πως αν αποδειχθεί κάτι τέτοιο, ειδικά πριν το δημοψήφισμα που θα του δώσει απεριόριστες εξουσίες, η δημοτικότητά του θα πληγεί. Η θέση που συμφέρει αυτή τη στιγμή την Τουρκία να έχει είναι δίπλα στην Αμερική. Η προθυμία που εκφράζει άλλωστε η Τουρκία να βοηθήσει στρατιωτικά τον Αμερικανό πρόεδρο, αποκαλύπτει τις πιθανότητας τουρκικής προβοκάτσιας πίσω από το χημικό χτύπημα στη συριακή πόλη. Ο πρόεδρος Ερντογάν αφενός ενδέχεται να υποβοήθησε στη χημική επίθεση έχοντας ως στόχο να ωθήσει σε αντιμαχία ΗΠΑ και Ρωσία με αποτέλεσμα να ανασταλεί ο εναέριος περιορισμός πάνω από τη Συρία, κάτι το οποίο και συνέβη. Αφετέρου, η στήριξη που παρέχει η Τουρκία στην Αμερική, δίνει τη δυνατότητα στον Τούρκο πρόεδρο να εμπλακεί στρατιωτικά στη περιοχή, στο πλευρό των ΗΠΑ και να αξιώσει μεγαλύτερο μερίδιο της περιοχής.

Υπό το φως των εξελίξεων και δεδομένου του εμφυλίου που μαίνεται στο κράτος της Συρίας, Αμερική, Ρωσία και Τουρκία καραδοκούν για το δικό τους μερίδιο στο τελικό παιχνίδι της..μοιρασιάς.

S. Christofyllidis

Το πολιτικό μήνυμα της 25ης Μαρτίου

Κάθε χρόνο, 1-2 ημέρες πριν από κάθε εθνική επέτειο, ουκ ολίγοι ρεπόρτερ ξεχύνονται σε εμπορικούς δρόμους και ψάχνουν τις πιο..πικάντικες απαντήσεις στο θεμελιώδες ερώτημα: «τι γιορτάζουμε την 25η Μαρτίου;». Εκεί, οι περιπλανώμενοι νέοι- ηλικίας 18-24 θα λέγαμε- δίνουν τις πιο απίθανες απαντήσεις!

Αρχικά θα ήθελα να αναφερθώ στο «επιστημονικό» της «έρευνας» που επιθυμούν αυτοί οι ρεπόρτερ να «αναδείξουν», διότι- όπως λένε- πρόκειται για έρευνα. Το δείγμα που χρησιμοποιείται είναι ηλικίας 18-24 στο κέντρο της Αθήνας. Κάθε φορά όμως, τέτοιου είδους «έρευνες» διεξάγονται κατά έναν περίεργο τρόπο στον εμπορικό δρόμο της Ερμού. Στο κέντρο βρίσκεται και η Εθνική Βιβλιοθήκη, καθώς και επιμέρους βιβλιοθήκες Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων. Δεν θεωρώ πως οι νέοι είναι ανίδεοι, δεν πιστεύω πως ένας νέος ετών 20 δεν είναι σε θέση να γνωρίζει στοιχειώδη σχετικά με το ελληνικό έθνος. Ίσως επιλέγω να τάσσομαι με το μέρος των αισιόδοξων που εναποθέτουν τις ελπίδες στη νέα γενιά. Αν θέλεις όντως να εξάγεις συμπεράσματα βάσιμα, αξιόπιστα και έγκυρα, οφείλεις να αναζητήσεις τους νέους σε άλλα στέκια. Σε μέρη που δεν υπάρχει η οχλαγωγία, η κίνηση και τα διάφορα εμπορικά brand, εκεί ακριβώς βρίσκονται νέοι με γνώσεις, όραμα και ελπίδα. Είναι νέοι που αν τους ρωτήσεις «τι γιορτάζουμε την 25η Μαρτίου;», με την απορία του αυτονόητου θα σου απαντήσουν πως η 25η Μαρτίου αφορά στην ελληνική επανάσταση  του 1821 κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καθώς και τη θρησκευτική εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Αυτομάτως θα ανασυρθεί στη μνήμη ο στίχος «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά 40 χρόνια σκλαβιά και φυλακή» του ποιήματος «Θούριος» του ένδοξου Ρήγα Φεραίου ή Βελεστινλή, ενός εμβληματικού ποιήματος αφιερωμένου στην εξέγερση του υποδουλωμένου ελληνικού έθνους κατά του τουρκικού ζυγού. Κάποιοι λίγο ακόμα περισσότεροι «διαβασμένοι» γνωρίζουν πως η ελληνική επανάσταση ξεκίνησε λίγες μέρες νωρίτερα από την ημέρα που την γιορτάζουμε, ενώ παραμονή της 25ης εξέδωσε ο Υψηλάντης (μέλος της Φιλικής Εταιρείας) την προκήρυξη με τίτλο «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος». Ένα γενικό συνεκτικό σχόλιο για την ελληνική επανάσταση είναι πως αποτελεί κομβικό σημείο του έθνους καθότι οδήγησε και στην καθιέρωση της Ελλάδας ως ανεξάρτητου κράτους, ενώ η 25η Μαρτίου καθιερώθηκε ως εθνική εορτή κατόπιν βασιλικού διατάγματος του Όθωνα, η οποία σήμανε και την απαρχή της Επανάστασης.

Ωστόσο, και μόνο το γεγονός πως υπάρχει μεγάλο ποσοστό νέων που όχι μόνο δεν γνωρίζουν τι γιορτάζει η Ελλάδα την 25η Μαρτίου ως έθνος, αλλά πολλές φορές συγχέουν και τη χρονολογία με το έπος του ’40, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Δίνει πάτημα σε μη εθνικόφρονες κυβερνήσεις να αντιστρατεύονται εκδηλώσεις υψηλού εθνικού φρονήματος, όπως οι παρελάσεις, και τείνουν να αφαιρούν- ή ακόμα και να καταργούν- μέρος της ιστορίας που διδάσκεται στα σχολεία. Ναι, στα σχολεία που παρέχουν μια παιδεία σαφώς ελλιπή όχι όμως άχρηστη και περιττή. Πρόκειται για μια παιδεία που δεν τροφοδοτεί, δεν εμπνέει, παρέχει μόνο πληροφορίες- ούτε καν γνώσεις. Ωστόσο, αυτό δεν ενισχύει το επιχείρημα πως οι παρελάσεις είναι χάσιμο χρόνου ούτε πως οι εθνικές γιορτές στα σχολεία είναι ώρα διαλείμματος. Σε ανώτατο επίπεδο, η εκάστοτε κυβέρνηση οφείλει να λειτουργεί ως θεματοφύλακας των αξιών και των τόσο ευαίσθητων εθνικών ζητημάτων. Με κάθε ευκαιρία χρειάζεται να δηλώνει υπερήφανη για τις εθνικές διεκδικήσεις και τους αλυτρωτικούς αγώνες που χαρακτηρίζουν την ιστορία μας. Με αυτό τον τρόπο θα τεθούν βάσεις που θα διαμορφώσουν ένα αρραγές μέτωπο ισχυρών εθνικών προτεραιοτήτων, συνεκτικότητας και συνευθύνης για τα συμφέροντα της πατρίδας. Σε επόμενο στάδιο, αποτελεί ηθική υποχρέωση της παιδείας που παρέχεται στα σχολεία να τροφοδοτεί με ουσιαστικές γνώσεις, να εμπνέει, να διαφωτίζει και να διαφυλάσσει την ιστορία ενός έθνους που ανέκαθεν μαχόταν και δεν υποτάχθηκε, δεν λάκισε και δεν αποσύρθηκε από τη διεκδίκηση των αιτημάτων του. Όπως επίσης είναι ανάγκη και η ελληνική οικογένεια από πλευράς της να λειτουργεί σύμφωνα με τον εθνικό παράγοντα. Θα λέγαμε πως αποτελεί τη βάση της πυραμίδας ευθύνης της αντιμετώπισης της ιστορίας, καθώς τα περισσότερα ερεθίσματα ένα παιδί και στη συνέχεια ο νέος τα δέχεται από το άμεσο οικογενειακό περιβάλλον.

Η παρέλαση, η σημαία, τα εθνικά σύμβολα, ο εθνικός ύμνος, λοιπόν, αποτελούν αναγκαίο και επαρκές θεμέλιο προκειμένου να ανασυνταχθεί το έθνος και να παράξει αποτέλεσμα η Ελλάδα σε όλους τους τομείς. Ένα ευαισθητοποιημένο και ενημερωμένο εθνικό σύνολο δεν εκχωρεί αβίαστα μέρος της εθνικής κληρονομιάς, δεν ξεπουλιέται και δεν σφυρίζει αδιάφορα στην περιρρέουσα εθνική, πολιτική, πνευματική, κοινωνική και τέλος οικονομική κρίση. Το ηθικό και το ανάστημα υποβοηθά και στηρίζει εθνικές διεκδικήσεις, ενώ παράλληλα κρατά ζωντανή στη μνήμη την ιστορία και θυμίζει σε κάθε στιγμή, εντός και εκτός ελληνικών συνόρων, πως η Ελλάδα ανέκαθεν ήταν μια χώρα με ευρωπαϊκό όραμα. Για του λόγου το αληθές, αξίζει να επισημάνω την έκκληση των Ελλήνων λίγο πριν την έναρξη της επανάστασης του 1821 προς τους λαούς της Ευρώπης. Πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα, λοιπόν, και κάνοντας τους απαραίτητους συσχετισμούς, η Ελλάδα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πορείας. Και η ίδια η Ευρώπη βέβαια δεν μπορεί να έχει τον χαρακτήρα που (δυνητικά μπορεί να) έχει, χωρίς την Ελλάδα μέσα στους κόλπους της.

Η εθνική συνείδηση είναι σαν ένα πεινασμένο μωρό. Όσο το τροφοδοτείς με τα σωστά συστατικά στοιχεία, τόσο μεγαλώνει, αναπτύσσεται και ευημερεί. Αν όμως παραλείψεις ή ανώριμα παραποιήσεις και παρέμβεις στο σωστό επισιτισμό του, τότε θα καταντήσει ατροφικό, ισχνό και αδύναμο. Η Ελλάδα, ωστόσο, ανέκαθεν αποδείκνυε μια δυναμική αντιστρόφως ανάλογη της έκτασής της με το άστρο της να μέλλει να λάμπει εις το διηνεκές.

S. Christofyllidis

ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, ΕΣΟΔΑ, ΔΑΠΑΝΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΘΟΡΑ: οι περιπτώσεις του 2012 και του 2016

Μα που πάνε, τέλος πάντων, όλα αυτά τα λεφτά; Έσοδα, δαπάνες, δάνεια, δημόσιο χρέος, συμφωνίες, μα τελικά η ζυγαριά γέρνει προς την πλευρά οποιουδήποτε άλλου παρά της Ελλάδας. Τόσα δισεκατομμύρια ευρώ πάνε και έρχονται, και ακόμα δεν έχουμε καταφέρει να συμμαζέψουμε το σπίτι μας. Οι κρατικοί προϋπολογισμοί του 2012 και του 2016, με διαφορετικές κυβερνήσεις, αποδεικνύουν του λόγου το αληθές.

Αρχικά, αξίζει να γίνουν σαφείς ορισμένες έννοιες, αναγκαίες για να πάμε παρακάτω.
Τι είναι κρατικός προϋπολογισμός; Υπό τη λογιστική έννοια, αυτός αφορά στα έσοδα και έξοδα ενός κράτους. Πόσα βάζει, δηλαδή, στην τσέπη του το κράτος μέσα από φόρους, δανεισμό , τέλη και άλλα έσοδα από επιχειρηματική δραστηριότητα (δημόσιες επενδύσεις) και πόσα ξοδεύει, υπό τη μορφή μισθών δημοσίων υπαλλήλων, αγοράς υποδομών για τη δημόσια διοίκηση, εκτέλεσης δημοσίων έργων, επιδομάτων κ.λπ. Ο κρατικός προϋπολογισμός διακρίνεται σε 2 κατηγορίες: τακτικός και επενδυτικός (ή για την ακρίβεια «δημοσίων επενδύσεων»). Ο τακτικός, το λέει και η λέξη, αφορά την τακτική οικονομική δραστηριότητα του κράτους, έσοδα και δαπάνες που ΔΕΝ προέρχονται από δάνεια και επενδύσεις. Ο προϋπολογισμός δημοσίων επενδύσεων, από την άλλη, αφορά ακριβώς έσοδα και δαπάνες από δάνεια και δημόσιες επενδύσεις. Σχετικά με τα έσοδα, μια ακόμη απαραίτητη ετυμολογική διασαφήνιση είναι η έννοια «πιστωτικά έσοδα». Πρόκειται για το «τρικ» όλων των κυβερνήσεων που επιχειρούν να παρουσιάζουν διαστρεβλωμένη την πραγματικότητα και παραποιημένη την αλήθεια. Το κράτος δανείζεται προκειμένου να προχωρά σε δημόσιες δαπάνες με αποτέλεσμα να παρουσιάζει το χρέος σταδιακά και διαχρονικά ανοδική τάση. Ενώ, δηλαδή, το κράτος εμφανίζεται οικονομικά ικανό να στηρίξει τα δημόσια έργα, στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια φούσκα, καθώς τα χρήματα προέρχονται κάθε άλλο παρά από το ίδιο το κράτος.

Σε μια πολύ γενική κλίμακα εσόδων και δαπανών, παρουσιάζονται μεγάλες διαφορές ανάμεσα σε δύο χρονικές περιόδους, το ’12 και το ’16.

Το 2012 επί κυβέρνησης Σαμαρά τα έσοδα ήταν αρκετά λιγότερα από αυτά του 2016 επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Το 2016, με πρωθυπουργό τον Αλέξη Τσίπρα τα έσοδα του ελληνικού κράτους εκτοξεύονται, τριπλασιάζοντας τα έσοδα σε μια τετραετία. Ποιος από τους δύο ακολούθησε σωστότερη πρακτική (περισσότερα ή λιγότερα έσοδα για το κράτος) θα το πει η ιστορία, καθώς σε κάθε περίπτωση ελλοχεύουν διαφορετικοί κίνδυνοι που απειλούν άλλοτε το χρέος και άλλοτε την οικονομική δεινότητα της χώρας να δαπανά. Το ζήτημα της διαχείρισης των εσόδων είναι καθαρά θέμα γνώσης, εμπειρίας και οικονομικοδιοικητικής ηγεσίας και αρωγής. Από τα συνολικά έσοδα ενός κράτους, ένα μέρος προέρχεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση μέσα από τη μέθοδο δανεισμού. Έτσι, ενώ το 2012 η κυβέρνηση Σαμαρά μετρούσε 165 δισ. ευρώ  προερχόμενα από την ΕΕ, επί κυβέρνηση Τσίπρα το 2016, τα χρήματα από την ΕΕ διπλασιάστηκαν φτάνοντας τα 325 δισ. ευρώ. Η μεγαλύτερη διαφορά ωστόσο στις δύο χρονικές περιόδους εντοπίζεται στα πιστωτικά έσοδα του κράτους, όπου μέσα στην υπό εξέταση τετραετία τα έσοδα αυτά αυξήθηκαν κατά 420 δισ. ευρώ! Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να μην συσχετισθεί με τον τακτικό προϋπολογισμό εσόδων όπου την περίοδο Τσίπρα (2016) παρουσιάζονται ιδιαίτερα ανεβασμένα, γεγονός που οφείλεται στον επιπλέον δανεισμό της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, σε συνεργασία με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ναι, αυτό που λέμε «θεσμοί» όταν αναφερόμαστε στις συζητήσεις για το χρέος και την κρίση). Όσο δηλαδή ο δανεισμός αυξανόταν, τόσο μεγαλύτερα φαίνονταν τα έσοδα του κράτους, παρόλο που στην πραγματικότητα τα ποσά ήταν εικονικά.

Αν θες να κρίνεις με ρεαλιστικά δεδομένα την οικονομική δύναμη ενός κράτους, εξέτασε τις δημόσιες επενδύσεις. Τα έσοδα είτε λίγα είτε πολλά, όλα είναι θέμα διαχείρισης και πως τα έσοδα αυτά μετατρέπονται σε ανάπτυξη. Όταν η κυβέρνηση Τσίπρα εμφανίζει τριπλάσια έσοδα και την ίδια στιγμή τα στοιχεία δείχνουν πως οι δημόσιες επενδύσεις παρουσιάζουν μείωση, αυτό σημαίνει πως υπάρχει πρόβλημα. Πιο συγκεκριμένα,  επί κυβέρνησης Τσίπρα τα έξοδα για δημόσιες επενδύσεις μειώνονται κατά σχεδόν 1 δισ., πράγμα που σημαίνει πως το κράτος δεν προχωρά στα δημόσια έργα (κάτι το οποίο «φωνάζουν» οι θεσμοί). Και την ίδια στιγμή, τα στοιχεία δείχνουν πως τα έξοδα του τακτικού προϋπολογισμού σχεδόν τετραπλασιάζονται! Που πηγαίνουν άραγε αυτά τα λεφτά; Γιατί δεν επενδύονται στην ανάπτυξη όπως ευαγγελίζεται η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμένου; Μία κοινωνία που πλήττεται από οικονομική κρίση και βάλλεται από ένα υπέρογκο χρέος, δεν μπορεί παρά να εναποθέτει τις δυνάμεις τις σε σανίδες σωτηρίας που αποτελούν ταμπού για τους αντιμάχους της προόδου, στις «επενδύσεις». Μιλώντας εδώ για τις δημόσιες επενδύσεις, αυτές παραπέμπουν σε δημόσια έργα που προάγουν την ανάπτυξη ενός κράτους, εκσυγχρονίζουν τις υποδομές του, δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας και αυξάνουν τα έσοδα. Σε μια συνολική αποτίμηση των γενικών εσόδων και δαπανών του κράτους, αυτό που συνάγεται είναι πως το ελληνικό κράτος εν έτη 2016 είχε αυξήσει τα έσοδά του από 178 (2012) στα 590 δισ. Συνεκτιμώντας όμως και τον δανεισμό, τα έσοδα αυτά ήταν κάπως πλασματικά, καθώς όσο αυξάνονταν τα έσοδα λόγω δανεισμού, αυξανόταν την ίδια στιγμή και το χρέος μας.

Εστιάζοντας περισσότερο στις δαπάνες του ελληνικού κράτους, εντοπίζουμε αξιοπρόσεκτη απόκλιση σε ορισμένους σε επίκαιρους αλλά και διαχρονικούς τομείς.
Αυτό μπορεί να οφείλεται στις προτεραιότητες των εκάστοτε κυβερνήσεων, τις υφιστάμενες συνθήκες που απαιτούν διαφορετική διαχείριση των εσόδων ή στα κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς συγκεκριμένους τομείς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των δύο τελευταίων λόγων αποτελεί η σημαντική αύξηση των δαπανών του κράτους για τις Υπηρεσίες Πρώτης Υποδοχής και Ασύλου, για τις οποίες οι δαπάνες αυξήθηκαν κατά σχεδόν 5 και 6 εκατ. αντίστοιχα. Τόσο η υπέρογκη αύξηση των προσφυγικών ροών, όσο και τα κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την Ελλάδα για διαχείριση της προσφυγικής κρίσης οδήγησαν στην αύξηση των δαπανών του ελληνικού κράτους χάριν του προσφυγικού. Αυτό δικαιολογεί την αύξηση των εξόδων και για την Ελληνική Ακτοφυλακή.

Αναφορικά με τα φαινόμενα κακοδιοίκησης του Δημοσίου, και οι δύο κυβερνήσεις κινήθηκαν λίγο πολύ στα ίδια δεδομένα. Οι δαπάνες για το Σώμα Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, όσο και τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης άλλοτε παρέμειναν οριακά στα ίδια ποσοστά και άλλοτε αυξήθηκαν ελαφρώς. Θετική εξέλιξη της περιόδου 2016 αποτελεί η ριζική μείωση των δαπανών που προορίζονταν για τη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων κατά την περίοδο των εκλογικών αναμετρήσεων. Από κει που το 2012 το Υπουργείο Εσωτερικών κατέγραφε σχεδόν 95 εκατ. ευρώ, το 2016 το ποσό αυτό μειώθηκε στα 16 εκατ. Η χρηματοδότηση των κομμάτων άρχισε να ελαττώνεται και να μην απομυζεί πολλά χρήματα από τον κρατικό κουμπαρά.

Σειρά στην εξέταση των δαπανών του κράτους έχουν τα πιο «ευαίσθητα» εθνικά θέματα. Ξεκινώντας από την εθνική άμυνας του κράτους, η κυβέρνηση Τσίπρα το 2016 μειώνει τις δαπάνες κατά 1 δισ. ευρώ αγνοώντας τους εξωτερικούς κινδύνους (λόγου χάρη την Τουρκία). Σχετικά με την εγχώρια πολιτική προστασία του ελληνικού κράτους, το 2016 οι δαπάνες της ΕΛ.ΑΣ παραμένουν σχετικά σταθερές με πτωτική τάση, ενώ στο σύνολό της η πολιτική προστασία (συμπεριλαμβάνοντας και το Πυροσβεστικό Σώμα) διατηρείται στα ίδια επίπεδα με αυξητική, ωστόσο, κλίση.

Πηγαίνοντας στην δημόσια υγεία, αξιοπρόσεκτη η μείωση των δαπανών κατά 2 δισ.! Γι’αυτό και το 2016 οι ελλείψεις τόσο σε υλικοτεχνική υποδομή, αλλά κυρίως σε προσωπικό στα δημόσια νοσοκομεία έχει φτάσει στο ζενίθ. Σημαντικό είναι το πλήγμα και στη δημόσια ασφάλιση. Παρά τα προβλήματα επί κυβέρνησης Σαμαρά για το ασφαλιστικό και τις συντάξεις, 4 χρόνια μετά, το 2016, ο Αλέξης Τσίπρας επιλέγει να ρίξει τις δαπάνες κατά 3 δισ. εντείνοντας το πρόβλημα αντί να το επιλύει.

Στη συνέχεια, το ζήτημα της δημόσιας παιδείας φαίνεται επίσης να μην εμφανίζεται ως προτεραιότητα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ καθώς οι δαπάνες του δημοσίου μειώνονται κατά 1 δισ. ευρώ.  Μία κοινωνία δεν μπορεί να ανελιχθεί εάν δεν επενδύσει στην παιδεία και στην καινοτομία. Ωστόσο, τα 95,5 δισ. ευρώ της κυβέρνησης Σαμαρά στην έρευνα και τεχνολογία το 2012 μοιάζουν υπερβολικά για την κυβέρνηση Τσίπρα που επιλέγει να μειώσει τις δαπάνες του δημοσίου στα 55,5 δισ. ευρώ. Επειδή η παιδεία μιας χώρας δεν απεικονίζεται μόνο στους 3 βαθμούς εκπαίδευσης, αλλά και στον πολιτισμό και αθλητισμό που προάγει, αξιοπρόσεκτη είναι και η μείωση των δημοσίων δαπανών κατά 60 εκατ. ευρώ από την κυβέρνηση του 2016. Η Ελλάδα, λοιπόν, αρχίζει να αδυνατεί να στηρίξει το ιπποκρατικό ρητό «νοῦς ὑγιής ἐν σώματι ὑγιεῖ» με πιο πρόσφατο παράδειγμα την Άννα Κορακάκη, Ελληνίδα σκοπεύτρια Ολυμπιονίκη που, έχοντας χαρίσει τόσες νίκες στην Ελλάδα, σε δηλώσεις της παραδέχεται πόσο δύσκολο είναι να κάνεις πρωταθλητισμό και να προπονείσαι στην Ελλάδα.

Τελευταίοι δύο τομείς που χρήζουν σχολιασμού, το περιβάλλον και ο τουρισμός.
Τον ανέκαθεν ανεκμετάλλευτο φυσικό πλούτο της χώρας αγνοούν και οι δύο κυβερνήσεις των δύο χρονικών περιόδων, με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ να μειώνει σχεδόν κατά το ήμισυ τις ήδη περιορισμένες δαπάνες. Όσο για τη βαριά βιομηχανία της χώρας, τον τουρισμό, ίσως αποτελεί και το μεγαλύτερο πλήγμα για την οικονομία το γεγονός πως επί κυβέρνησης Τσίπρα κόβονται άλλα 10 εκατ. ευρώ, αποδεικνύοντας πως η Ελλάδα έχει πλέον γονατίσει καθώς αποφασίζει να εγκαταλείψει ακόμα και τους δυνατούς της τομείς.

Είναι σαφές πως τα μέτρα λιτότητας έχουν καθορίσει από το 2010 τη διαμόρφωση της ελληνικής δημόσιας πολιτικής. Ποια κυβέρνηση έπραξε ορθότερα, είναι πολύ νωρίς να κρίνουμε. Ωστόσο, οι προτεραιότητες της κάθε μιας απεικονίζονται παραστατικά δίνοντας περισσότερη τροφή για σκέψη…

S. Christofyllidis

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΑΔΑ

Έχουν χυθεί τόνοι μελανιού προκειμένου να αναλυθεί το περίπλοκο ζήτημα του μακεδονικού.  Κατ’αρχάς να επισημάνω πως αποτελεί κοινή βάση όλων πως η Μακεδονία είναι ελληνική. Από κει και πέρα ανιστόρητες παρεμβάσεις εκ μέρους των Σκοπίων έχουν διαστρεβλώσει την ιστορία με αποτέλεσμα να προκαλούνται διαξιφισμοί με την Ελλάδα.

Πηγαίνοντας πίσω, το 1991, η τότε αποσχιζόμενη Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας από την ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία αυτοανακηρύχθηκε ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Την πρωτοβουλία αναλαμβάνει τότε ο Στρατάρχης Τίτο, ο οποίος διακρίνει από τη Σερβία ένα οριοθετημένο χώρο, την “Vardar Banovina” (σημερινή ΠΓΔΜ) και καθιστά έτσι την περιοχή ομοσπονδιακή συνιστώσα της τότε ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας. Στη συνέχεια, δίνονται διάφορες ονομασίες στην περιοχή, όπως «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας» και «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας». Και όπως είναι γνωστόν, ουδέν μονιμότερο του προσωρινού. Το «μακεδονικό έθνος» άρχισε σιγά-σιγά να ωριμάζει σαν ιδέα στη σκέψη των πολιτών και αυτή ήταν η απαρχή για τις επικείμενες διεκδικήσεις του Στρατάρχη στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας, αλλά και του Αιγαίου. Αυτές οι αλυτρωτικές τάσεις είχαν εκφραστεί ήδη από το 1944 όταν ο Τίτο διακήρυσσε δημόσια πως στόχος του ήταν η επανένωση της ευρύτερης περιοχής της Μακεδονίας, εκείνης που είχε διασπαστεί με τους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913). Την περίοδο αυτών των δηλώσεων η Αμερική είχε αντιταχθεί εξ’αρχής αναγνωρίζοντας τις επιθετικές βλέψεις της περιοχής της Γιουγκοσλαβίας σε βάρος της Ελλάδας. Το θέμα όμως που είχε προκύψει ήταν προφανές. Η ΠΓΔΜ αυτοχαρακτηριζόταν ως «μακεδονικό έθνος» και το χειρότερο είναι πως σύστηνε και τον εαυτό της σε άλλες χώρες και διεθνείς οργανισμούς ως τέτοιο. Η αντίδραση από την Ελλάδα ήταν όχι μόνο αναμενόμενη αλλά και εύλογη καθώς ήταν σαφείς οι υφέρπουσες επεκτατικές βλέψεις της ΠΓΔΜ προς την ελληνική επικράτεια. Εξ’αρχής ήταν μια καθαρά αντιδεοντολογική, παράνομη και άνευ λογικής κίνηση των Σκοπίων που έπληξαν τις σχέσεις των δύο κρατών.

Το μακεδονικό ζήτημα μπαίνει πλέον επίσημα στην ατζέντα των Ηνωμένων Εθνών. Το 1993 ο ΟΗΕ εκδίδει δύο ψηφίσματα υπέρ της εξεύρεσης ταχείας λύσης στη διπλωματική αντιπαράθεση που είχε προκύψει μεταξύ Ελλάδας-Σκοπίων. Ως προσωρινή λύση από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών δόθηκε η αναγνώριση του ονόματος των Σκοπίων ως Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία Μακεδονίας. Αργότερα, ρυθμίσεις στις διμερείς σχέσεις αποτέλεσαν η διαμόρφωση σχέσεων και επικοινωνίας σε επίπεδο πρεσβειών και διπλωματικών ανταποκρίσεων, η αναγνώριση των διεθνώς νομικά οριοθετημένων συνόρων των δύο πλευρών, η κυριαρχία και πολιτική ανεξαρτησία, η ελευθερία κίνησης ανθρώπων και αγαθών ανάμεσα στις δύο χώρες, καθώς και η εξασφάλιση των ανθρωπίνων και πολιτιστικών δικαιωμάτων, όπως και η ενίσχυση των οικονομικών, εμπορικών, περιβαλλοντικών και νομικών σχέσεων των δύο πλευρών. Όλες αυτές οι ρυθμίσεις συμπεριλαμβάνονταν στη λεγόμενη «Ενδιάμεση Συμφωνία» που σύνηψε η Ελλάδα με τα Σκόπια το 1995 και προϋπέθεταν την παρέμβαση των καλών υπηρεσιών πρωταρχικά των Ηνωμένων Εθνών, αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς επίρρωση της απόπειρας εξεύρεσης ειρηνευτικής λύσης. Αυτή η διευθέτηση καθιέρωσε ένα δεσμευτικό «κώδικα συμπεριφοράς» που θα εξυπηρετούσε τις αρχές της καλής γειτονίας και θα επέλυε το ζήτημα. Ωστόσο οι αντιμαχίες συνεχίζονται μέχρι σήμερα.

Η Ελλάδα έχει άπειρους λόγους να θέτει κόκκινες γραμμές στο ζήτημα της ονομασίας και της χρήσης ορισμένων συμβόλων από τα Σκόπια. Όσο δύσκολο είναι γεωγραφικά να οριστεί ο χώρος της ΠΓΔΜ, πρόβλημα που πηγάζει από τον 6ο-7ο αιώνα μ.Χ. λόγω της σλαβικής επιδρομής στην περιοχή, τόσο εύκολη είναι η διαπίστωση πως η Μακεδονία είναι ελληνική. Από την ετυμολογία και μόνο της λέξης [Μακεδονία < μακεδονία < μακεδνός (ίσως συγγενές με το μήκος/ μακρός, ίσως προελληνικό, δωρικού τύπου)], γίνεται αντιληπτό πως η ρίζα είναι ελληνική. Οι ίδιοι οι Μακεδόνες ως φυλή είναι αρχαία ελληνική και μιλούσαν επίσης ελληνικά. Η αρχιτεκτονική, η ζωγραφι­κή, η γλυπτική, η διακοσμητική, οι ρυθμοί, η πολεοδομία είναι όλα ελληνικά. Ο ίδιος ο Ηρόδοτος, ο πατέρας της ιστορίας, αναφέρεται στους Μακεδόνες ωσάν Έλληνες, ενώ και ο Στράβων, γεωγράφος, φιλόσοφος και ιστορικός, σκιαγραφώντας γλαφυρά τα ελληνικά σύνορα, επισημαίνει “…το δ’ Αιγαίον πέλαγος δύο κλύζει πλευράς της Ελλάδος, την μεν προς έω βλέπουσαν, τείνουσαν δέ από Σουνίου προς την άρκτον μέχρι του Θερμαίου κόλπου και Θεσσαλονικείας Μακεδονικής πόλεως (…) την δέ προς νότον την Μακεδονικήν από Θεσσαλονικείας μέχρι Στρυμόνος. “. Και δεν χωράει αμφιβολία, ουδέποτε κανείς άλλωστε επιχείρησε να τα αμφισβητήσει όλα αυτά. Συμπληρωματικά, ακόμα και τα δοξαστικά ιδεώδη στην Μακεδονία ήταν ίδια με την υπόλοιπη επικράτεια της Ελλάδας. Πίστευαν εξίσου στους Δώδεκα Θεούς και αντιμετώπιζαν τον Όλυμπο επίσης ως κατοικία των θεών αυτών, όπως ακριβώς και οι υπόλοιποι Έλληνες.  Όσον αφορά στους Ολυμπιακούς Αγώνες, οι Μακεδόνες συμμετείχαν κανονικά καθότι ανήκαν και εκείνοι στο ελληνικό έθνος. Να σημειωθεί πως οι Ολυμπιακοί Αγώνες ξεκίνησαν από την Ελλάδα, επομένως στην αρχή επιτρεπόταν μόνο σε Έλληνες η συμμετοχή. Στη Μακεδονία, επίσης, υπήρχαν ελληνικά θέατρα και ο κόσμος παρακολουθούσε ελληνικές τραγωδίες. Όσον αφορά στα πολιτιστικά, λοιπόν, οι ομοιότητες αποδεικνύουν του λόγου το αληθές.

Πηγαίνοντας τώρα σε ένα ακόμα φλέγον ζήτημα, εκείνο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, υπάρχει πληθώρα αποδεικτικών στοιχείων που πιστοποιούν την ελληνική του καταγωγή και επιβεβαιώνουν την ελληνικότητα της Μακεδονίας. Κατ’αρχάς, ο Μέγας Αλέξανδρος έδρασε σε μια περίοδο που ουδέποτε ονομάστηκε Μακεδονική, αλλά «Ελληνιστική περίοδος». Γεννηθείς από τον Φίλιππο Β’ της Μακεδονίας και την Ολυμπιάδα, η καταγωγή του ήταν δωρική, συνεπώς ελληνική. Ως αρχιστράτηγος υπηρέτησε όλους τους Έλληνες, εξού και το 335 π.Χ. η πλειοψηφία των Ελλήνων του παραχώρησαν την εξουσία. Ακόμα και οι διάδοχοί του κινήθηκαν στα ελληνικά πλαίσια, διέδωσαν την ελληνική γλώσσα από τη Μεσόγειο ως τον Ινδό ποταμό. Ήταν φανερό πως δρούσαν αποκλειστικά ως Έλληνες. Να σημειωθεί πως η ελληνική γλώσσα την οποία προσπαθούσαν να διαδώσουν, υπήρχε σε κύρια ονόματα, τοπωνύμια, ονόματα εορτών κ.λπ. Ακόμα και η γραμματική στη Μακεδονία ήταν αποτύπωση της αρχαίας ελληνικής. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνουν τόσο οι επιγραφές που βρέθηκαν με την πάροδο του χρόνου, οι οποίες ήταν γραμμένες στην ελληνική γλώσσα, όσο και οι αναπαραστάσεις των νομισμάτων που σχετίζονταν με την αρχαία ελληνική τέχνη και γλώσσα. Αναφορικά και με τη χρήση του Ήλιου της Βεργίνας ως συμβόλου στη σημαία της ΠΓΔΜ, αυτό είναι κάτι επίσης παράλογο και προκλητικό, καθώς το εν λόγω σύμβολο απεικονίζεται σε χρυσή λάρνακα Βασιλικού τάφου που αποδίδεται στην Μακεδονική Βασιλική Δυναστεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του πατέρα του, Φίλλιπο Β’. Αξίζει να σημειωθεί, βέβαια, πως η Ενδιάμεση Συμφωνία, στην οποία αναφερθήκαμε πρωτύτερα, ανάγκασε την ΠΓΔΜ να αντικαταστήσει το σύμβολο αυτό με έναν άλλο ήλιο σε διαφορετικό σχήμα.

Τη δεδομένη χρονική στιγμή η ελληνική εξωτερική πολιτική καλείται να προβάλλει σθεναρά τη θέση της Ελλάδας στο ζήτημα αυτό και να υπερασπιστεί με κάθε νόμιμο μέσο την ιστορική αλήθεια. Έχει αποδείξει ήδη η Ελλάδα τις καλοπροαίρετες διαθέσεις της. Το 2012 καλεί την ΠΓΔΜ σε σύμπραξη για την υπογραφή ενός Μνημονίου Συνεργασίας, κατά το οποίο δεν θα αφήνονται αιχμές για παρεμβολή σε ελληνικά εδάφη και εθνικά ζητήματα. Τα Σκόπια όμως απορρίπτουν την πρόταση. Ο τρόπος με τον οποίο επιχειρούν να επιβληθούν de facto τα Σκόπια, παρότι δεν εξομαλύνει την κατάσταση, ωστόσο φέρνουν την Ελλάδα προ τετελεσμένων γεγονότων. Αυτή τη στιγμή τα Σκόπια, στα πλαίσια των Ηνωμένων Εθνών αυτοαποκαλούνται «Δημοκρατία της Μακεδονίας» και παρά τις αντιδράσεις της διεθνούς κοινότητας, δεν φαίνεται να είναι πρόθυμα να συνεργαστούν. Οποιεσδήποτε απόπειρες καλής πίστης και εποικοδομητικού πνεύματος αναλαμβάνει η Ελλάδα πέφτουν στο κενό. Η Ελλάδα επιθυμεί σαφώς να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση σεβόμενη την αρχή της καλής γειτονίας. Ωστόσο η πρακτική δείχνει πως χάνει περισσότερα από όσα κερδίζει. Παρότι η Ελλάδα παρουσιάζει μια συντηρητική και μετριοπαθή θέση, η ΠΓΔΜ δεν διστάζει να καταφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης προκειμένου να εγείρει αμφισβητήσεις σχετικά με την άρνηση της Ελλάδας εισόδου της χώρας στο ΝΑΤΟ, λόγω της μη επίλυσης του ονοματολογικού. Προς όφελός μας, το Διεθνές Δικαστήριο «νίπτει τας χείρας του» αρνούμενο να παρέμβει καθότι, όπως ισχυρίζεται δεν ανήκει στη δική του δικαιοδοσία το συγκεκριμένο ζήτημα. Προς όφελος επίσης δικό μας, μπλοκάρεται η είσοδος των Σκοπίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για την οποία είσοδο προϋπόθεση αποτελεί η αμοιβαία συμβιβαστική λύση μεταξύ ημών και εταίρων, πάντοτε όμως υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Παρά αυτές τις εξελίξεις, βέβαια, η μετριοπάθεια και η καλοπροαίρετη διάθεση της Ελλάδας απέναντι στα Σκόπια αποδεικνύεται από το γεγονός πως οφείλεται σε ελληνική πρωτοβουλία η ευρωπαϊκή και ευρώ-ατλαντική προοπτική των Σκοπίων. Χάρις την ελληνική συναίνεση η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας απέκτησε καθεστώς υποψήφιας χώρας στην ΕΕ και έφθασε στα πρόθυρα της ένταξης στο ΝΑΤΟ. Το ζήτημα, παρά ταύτα, βρίσκεται ακόμα..στα αζήτητα. Γι’αυτό ίσως μια πιο αιχμηρή πολιτική προσέγγιση ή ίσως μια πιο συνετή και λογική διπλωματική αντιμετώπιση να στρίμωχνε την «αντίπαλο» χώρα να επιδείξει από μεριάς της την ίδια καλή διάθεση.

Η σταθερότητα και η συνέπεια της ελληνικής θέσης απέναντι στο ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων (ή ΠΓΔΜ) αποδεικνύεται περίτρανα μέσα στο χρόνο. (Όπως επίσης αποδεικνύονται περίτρανα και οι μεγαλοϊδεατικές εδαφικές βλέψεις τόσο των Σκοπίων, όσο και της Βουλγαρίας, αλλά και της Αλβανίας κατά περιπτώσεις). Είναι σαφές πως ως έθνος δεν μπορούμε να λακίσουμε σε ένα τέτοιο εθνικό ζήτημα μείζονος σημασίας. Χρειάζεται να υπάρξει θετική έκβαση με την υιοθέτηση εκ μέρους της ΠΓΔΜ ονομασίας με «γεωγραφικό προσδιορισμό πριν από τη λέξη «Μακεδονία», γεγονός που θα συμβάλλει στην οριστική λύση του προβλήματος και θα τονώσει τις σχέσεις των δύο χωρών, αναδεικνύοντας τη δυναμική της συνεργασίας τους- εάν και εφόσον και οι 2 πλευρές το επιθυμούν…

S. Christofyllidis

The success story of CETA

The European Union has today, the 15th of February , in Brussels, voted in favor of the Comprehensive Economic and Trade Agreement. This is a bilateral international treaty, aiming to establish free trade relations. Negotiations have started since many years but there was no concrete outcome (owning to Belgium’s opposition) until Saturday, the 29th of October 2016, when it was finally agreed with Canada. There is a big controversy around CETA, which needs to be analyzed thoroughly.

At first, what needs to be clarified is the background of the two parties’ relations in order to understand why surrogates of Canada and the EU Member States have been struggling for this agreement that much. It is important to know that Canada is the 12th most important trading partner of the European Union, while the latter is the 2nd biggest trading partner of the EU(after the US), accounting for 10% of Europe’s external trade. The EU exports mainly machinery, transport equipment and chemicals to Canada and Canada offers natural resources, energy, raw materials, as well as vacancies to European population, know-how and exports from EU to foreign markets. For that reason, CETA aims to help both trade and investment be conducted in an easier, amplified and more democratic way. In total, trade in goods and services comes up to €60 billion and more than €120 billion respectively, per year.

What could be healthier and more beneficial for the European Union rather than a treaty with a sizeable, healthy market, like Canada? In times of economic uncertainty, this agreement marches in parallel with the objectives set by the European Union within the “Europe 2020” Strategy, in terms of employing the 75% of the population aged from 20 to 64 years old, as well as making Europe a more sustainable place to work by creating conditions for a more competitive economy. The agreement is expected to increase trade in goods and services between the EU and Canada by nearly a quarter as the promotion of growth, the effective investment and the research innovation become priorities. Furthermore, CETA is a progressive treaty that, in terms of business world, will contribute to the elimination of import duties (European exporters will save around €500 million a year), the establishment of EU public contracts in Canada, the transfer of personnel between the two parties, the limitation of the unlawful copies Canada used to make with the European innovations, traditional food products and artworks. Concerning farming, the open market will allow consumers to have a variety when choosing the products they want, making the companies keep their prices low. As a major producer of high-quality food, the EU will become able to sell more to a high-income market and thus increase its income.

In case these were not enough to persuade, then the guarantees CETA is offering may be more encouraging even for the more skeptical European citizens. According to the draft resolution (Chapter 21, Article 21.1, par.2), there is going to be a Regulatory Cooperation Forum, which will ensure respect for the already existing treaties, like GATT for products or GATS for services, as well as the protection for human, animal and plant life or health and the environment. Its role will be advisory by suggesting technical solutions to legislators, but will never interfere in a country’s decision- making process and domestic policy. It will be like a conformity assessment body in the EU testing EU products for export to the Canadian market according to Canadian rules and vice versa, deterring even smaller companies from wasting money for that reason.  CETA will not even be able to influence food safety (no danger from grown hormones or GMOs) or the environment, as cooperation between the two parties is “limited” to policy developments issues. Furthermore, there is no possibility of influencing public sector, given the fact that there is no such task for CETA to put force on governments to privatize or deregulate public services. Equality, respect, transparency and democratic manipulation are also ensured through the counter investment dispute. The fact that a country has a strong legal system does not always mean the law will protect foreign investors from discrimination by governments.  In other words, CETA can prevent investors from being unfairly treated in foreign countries by establishing a strong and independent investment dispute settlement system and enacting rules on members of the tribunal to avoid frivolous claims. By setting such rules, investors will be enjoying the legal certainty they need, while making sure that the system cannot be abused.

Such a progressive treaty with a major world economy, like Canada, means a lot more than just addressing a wide range of issues about trade of products and services. The almost 1960-page draft promises a real, transparent and mutually beneficial environment for producers, traders and investors, against which no suspicious theories can ever speak.

S. Christofyllidis

Γιατί ο πόλεμος με την Ελλάδα δεν είναι στα σχέδια της Τουρκίας

Φωτιά έχουν πάρει ξανά τα social media και οι πένες των δημοσιογράφων μετά την αιχμηρή δήλωση του Τούρκου προέδρου, που θέλει να αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία σε 130 νησίδες του Αιγαίου. Η δήλωση αυτή στάθηκε αφορμή για αναφορές στον πόλεμο, τον οποίο τάχα επιδιώκουν πλέον ανοιχτά οι Τούρκοι εναντίον της Ελλάδας. Συνθήκη ικανή αλλά όχι αναγκαία και σίγουρα όχι ρεαλιστική.

Η διολίσθηση της Τουρκίας προς τον αυταρχισμό, σε συνδυασμό με πληθώρα προβλημάτων στο εσωτερικό και το εξωτερικό της χώρας, καταδικάζουν οποιαδήποτε απόπειρα στρατιωτικής εμπλοκής της χώρας.

Η Τουρκία δεν επιζητά πόλεμο με την Ελλάδα. Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους οι Τούρκοι δεν έχουν στην ατζέντα τους τον πόλεμο και αυτό όχι γιατί ασπάστηκαν τις βασικές αρχές του δημοκρατίας και της ειρήνης, αλλά γιατί αυτή είναι η διπλωματία τους. Στην εξωτερική πολιτική ξέρουν πολύ καλά τι κάνουν, κινούνται μεθοδικά, παίρνουν ο,τι θέλουν και χάνουν λιγότερα από αυτά που θα μπορούσαν να χάσουν με ένα παράλογο άνοιγμα μετώπου προς την Ελλάδα. Έχοντας ξεκινήσει  απ’το 2005 τις διαπραγματεύσεις ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Τουρκία παραμένει ακόμα και σήμερα υποψήφιο μέλος, κάτι που δυσαρεστεί ιδιαίτερα την ηγεσία της Τουρκικής Δημοκρατίας. Αν και απρόθυμη η φιλομουσουλμανική κυβέρνηση της Άγκυρας να φιλελευθεροποιήσει την κοινωνία της, να επιδείξει δημοσιονομική πειθαρχία σταθεροποιώντας την οικονομία της και να εμποδίσει τις επεμβάσεις του στρατιωτικού κατεστημένου στην καθεστηκυία τάξη, ο πρόεδρος Ερντογάν δηλώνει πρόθυμος και έτοιμος για την χάραξη της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας. Όντας, εγκλωβισμένη και απομονωμένη η χώρα, είναι αναμενόμενο να αντιδρά σπασμωδικά και συμπλεγματικά. Πέρα από αυτό, έχει να αντιμετωπίσει το Κυπριακό ζήτημα, στο οποίο δεν διαφαίνεται λύση, καθώς παραμένει αμετακίνητη η Τουρκία στο ζήτημα των εγγυήσεων και της ασφάλειας, συνδέοντας μάλιστα τη λύση του Κυπριακού με την απαρχή της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας. Αυτά τα δύο επιχειρήματα αποδεικνύουν πόσο μεθοδικά κινείται η Τουρκία προκειμένου να μπει..από το παράθυρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση (κάτι που δεν επιβεβαιώνουν σε καμία περίπτωση οι Βρυξέλλες).

Εσωτερικοί σκόπελοι φαίνεται να αναχαιτίζουν επίσης οποιαδήποτε ενδόμυχη τάση της Τουρκίας για πόλεμο. Οι μνήμες από την απόπειρα του στρατιωτικού πραξικοπήματος το καλοκαίρι του 2016 είναι ακόμη νωπές, ενώ οι συνέπειες συνταράσσουν ακόμα τη διεθνή κοινότητα. Συλλήψεις, βασανιστήρια και εκτελέσεις στρατιωτικών από αστυνομικούς του Ερντογάν και φανατικούς του Ισλαμικού κόμματος, καταστρατήγηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εχθροπραξίες με τους κούρδους αντάρτες του ΡΚΚ αλλά και ύφεση της οικονομίας είναι μερικές από τις επιπτώσεις της αποτυχημένης απόπειρας πραξικοπήματος στην Τουρκία. Ανοιχτό είναι επίσης και το μέτωπο με τους κοσμικούς Κεμαλιστές, με τους οποίους αντιπαρατίθεται ο Τούρκος πρόεδρος ακόμα και σε ζητήματα που αφορούν τα ελληνικά σύνορα. Φυσικά, εκτός από διπλωματικά, αν δει κανείς την κατάσταση της Τουρκίας αυτή τη στιγμή ρεαλιστικά και με πιο «απτά» δεδομένα, θα δει ότι, ακόμα και να ήθελε η γείτονας χώρα, εμφανίζεται ανίκανη για οποιαδήποτε στρατιωτική εμπλοκή με άλλη χώρα και δη με την Ελλάδα. Μετά από την εκκαθάριση των ανώτατων αξιωματικών, δεν έχει ούτε τη δύναμη ούτε τη διάθεση για ένοπλη σύρραξη. Δεν πρέπει να αγνοούμε και την αντιπαράθεση μεταξύ Ερντογάν και Γκιουλέν, του επικεφαλής του θρησκευτικού τάγματος «Χιζμέτ», η οποία φαίνεται να κλιμακώνεται μετά την περιστολή του πραξικοπήματος. Μέσα σε όλη αυτή την εσωτερική αστάθεια της χώρας, καθίσταται πρακτικά αδύνατη η οποιαδήποτε κίνηση προς πόλεμο με την Ελλάδα.

Εξετάζοντας και τις διεθνείς εξελίξεις και προοπτικές, η Τουρκία παρουσιάζεται αρκετά ευάλωτη, γεγονός που φέρνει σε ακόμα δυσκολότερη θέση την Άγκυρα. Η προεδρία Ομπάμα δεν έδωσε ποτέ στήριξη στην Τουρκία, ακόμα και όταν η τελευταία το ζήτησε για την ανατροπή του Σύρου προέδρου. Η στροφή της Τουρκίας προς τη Ρωσία αποτελεί σίγουρα διπλωματική κίνηση (ή και αφέλεια), παγώνοντας ακόμα περισσότερο τις σχέσεις της Τουρκίας με τις ΗΠΑ και κατ’επέκταση με το ΝΑΤΟ. Οποιασδήποτε μορφή εταιρικής σχέσης μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας θα έθιγε κατάφωρα τα συμφέροντα της Δύσης στη Μέση Ανατολή. Και δεδομένης της συμμετοχής και της Ελλάδας και της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, ο χαμένος τελικά θα ήταν η περιθωριοποιημένη εντός και εκτός του Οργανισμού του Βορειοατλαντικού Συμφώνου Τουρκία. Βάσει, μάλιστα, του γεγονότος πως οι ΗΠΑ στηρίζουν τη δημιουργία του κουρδικού κράτους, αυτό προκαλεί την αντίδραση της Τουρκίας που δεν διστάζει να «απειλεί» την αποδέσμευση από τα συμφέροντα της Δύσης και το άνοιγμά της προς τη Μέση Ανατολή και ενδεχομένως και τη Ρωσία. Η ψυχροπολεμική κατάσταση, λοιπόν, μεταξύ ΝΑΤΟ-Τουρκίας ανοίγει ακόμα ένα μέτωπο για τη χώρα. Με την αλλαγή προεδρίας των ΗΠΑ, το ζήτημα περιπλέκεται περισσότερο. Ο Τραμπ ή θα εφαρμόσει τη φιλορωσική του ατζέντα «ρίχνοντας» έτι περισσότερο την Τουρκία ή θα αναγνωρίσει στο πρόσωπο της Τουρκίας τη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή. Από το σουνιτικό μπλοκ, άλλωστε, ως πιθανός σύμμαχος για την Ουάσινγκτον αναδεικνύεται μόνο η Τουρκία, της οποίας η ανάμιξη στη Μέση Ανατολή θα καθορίσει και τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Η εμπλοκή ΗΠΑ- Ιράν, από τη μια, ενδυναμώνουν την Τουρκία και ίσως στη συνέχεια αποτελέσει στρατηγικό πλεονέκτημα για μελλοντικές απαιτήσεις. Το ισλαμοφοβικό εκτελεστικό διάταγμα των ΗΠΑ περί απαγόρευσης εισόδου των μουσουλμάνων, από την άλλη, διαταράσσει τις σχέσεις των δύο μερών, κάτι που θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως συμφέρει την Ελλάδα (χωρίς ωστόσο να αποδεικνύεται έμπρακτα). Από εξωτερικής πολιτικής, επομένως, η Τουρκία εμφανίζεται και πάλι στην κόψη του ξυραφιού, όντας εκτεθειμένη περισσότερο από ποτέ στην τρομοκρατία, δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τους συμμάχους και επομένως δεν κρίνεται κατάλληλη συγκυρία να δημιουργεί και εχθρούς.

Ένοπλη αντιπαράθεση η Τουρκία δεν είναι σε θέση να κηρύξει και αυτό είναι δεδομένο. Επομένως, παραβιάσεις στον εναέριο χώρο και τα χωρικά ύδατα, αμφισβητήσεις διεθνών συνθηκών και του status quo δεν εξυπηρετούν τίποτα άλλο παρά την έξοδο από το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει. Όλα όσα αναφέρθηκαν, βέβαια, προϋποθέτουν ένα πράγμα: μια σύσσωμη ελληνική εξωτερική πολιτική. Όπως τονίζει και ο Διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων, Κωνσταντίνος Φίλης, «η Ελλάδα πρέπει να αντιληφθεί ότι η επίκληση του παράγοντα της σταθερότητας από μόνος του δεν μπορεί να σημαίνει κάτι αν δεν δώσουμε περιεχόμενο σ’ αυτόν».

P for Political and P for Participation

Optimism supporters might find it boring, whereas people who are in favor of pessimistic ideas will protest against. But still, I want to express my point of view in international political developments.

Donald Trump is the new President of the United States, while at the same time Theresa May is seeking to trigger Article 50 and implement the so much expected Brexit. You think this is bad news and probably you are right. But what are we doing to change this? Protesting and signing online petitions, especially after something happens, really, do you believe this is all you can do? Well, if you want an extra opinion, then just ask yourselves what do you want and what is the ideal condition you want to create. Of course, not everyone has the same needs and wants but as Adam Smith used to say, there is an “invisible hand” pushing things go ahead when individuals tend to make choices about themselves. The thing is to decide to make a choice instead of abstaining. And when I say abstaining, I mean every kind of absence from the political life: regional problems, national issues and global affairs. Elections is the top symbol of democracy and, to be honest, one of the few remaining. There is an urgent need for political representation all around Europe. It’s true that politicians are not behaving always the way they should and sometimes the situation goes out of control. This is exactly the time when my, your and everyone’s opinion matters most.

When a well-dressed guy (or woman –we are not discriminating) is giving a speech, do not let media shape your opinion and guide your decisions. Dedicate time, give the chance to somebody who is speaking either to convince you or to strengthen your opinion against him. Framing in politics is a key for smart politicians, but it might be proven dangerous when this framing is under the edit of the press or the intermediator between you and the speaker. We need to be real-time informed about everything because we are shaping the environment, in which we live in. This is not easy and it becomes even more challenging when you have to critically comment on an issue, given that you have studied history and you have understood how easily can disastrous developments occur if we are not careful enough. Therefore, anger, hatred, fear or any other emotional factors need to be avoided, especially if critical thinking is what we want to use in order to analyze various political developments. And because I already referred to a liberal example in order to strengthen my argument, Karl Marx theories need to be underlined as well. If we want to become this accomplished personality, if we do believe in pure humanism and in progress, then we cannot deny the lifestyle this great person suggested 2 centuries ago: “equip” our individuals with knowledge and principles and work on ourselves by participating in the overall social life.

Let’s be more specific now by taking the USA example. A lot of you might be wondering why Mr. Trump is the new President of the United States. The question, though, is not why, but “how”. Everyone following US politics would know that the electoral system in the US does not give the nomination to the candidate who collects the majority of votes, but it is the swing states, which can determine the outcome. So, even if Ms. Clinton swamped Trump in popular vote, the so-called Electoral College led to a Trump victory. What would have happened if people were more concerned? The political campaign of Trump would have been completely different (something that he admits too), the emphasis would have been put in all states and thus Clinton would have had now access to the Oval Office of the White House. Because the majority of the people believed in Clinton rather than Trump ,this doesn’t mean that they all got out to vote. The problem was that Trump had more passionate voters who endorsed his campaign and were ready to cast their vote on him. And when it comes to media, there was an obvious effort to hinder the success of Trump by filtering the message he distributed. This led to negative advertisement and owing to the fact that Trump (let’s be sincere) had a clearer message than Hillary, people got brainwashed. The dilemma, in the end, was clear. Either anti-establishment Trump with fierce rhetoric and radical solutions or the continuity-oriented policy of Clinton, which actually had no clear and distinctive message. Taking the tough situation, in which America is, it was expected for the American citizens to take the risk and vote for Trump, because surveys have illustrated that in times of gains and prosperity, people seem to be risk-averse, while in times of uncertainty, people tend to go for the gamble. And this goes for the “why” Trump is the new President of the United States.

International political developments seem very alarming. This alarm is to remind us that it’s up to us if we want the X or the Y situation. We cannot turn the time back, but we do have the ability to never let it happen again. It’s us who deserve it most.

The Clinton – Trump Issue

When elections become more crucial than ever, then political strategies raise the awareness of citizens even hundred miles away from the US. Who is going to be the “World President” is a matter of hard discussion as things are getting more complicated day by day. The successor of Barack Obama will definitely be the one with the most precise, concrete and absolutely perfect manipulated campaign. Until then, 2 main figures with big discrepancies between each other are undoubtedly dividing the American public opinion.

The American electoral system is distinguished by its intense person-character, which justifies the programming discontinuity between candidates of the same party, over time, in various electoral contests. Specifically, each candidate has the right to voluntarily embrace a large or small amount of the party’s political line. Furthermore, in the context of the communication strategy, political campaign feeds and is fed by the American people (double causal relationship). Therefore, it is appropriate to analyze the existing sociopolitical US data to the general presentation of the picture, according to which the campaign the two candidates is structured.

First of all, Americans, with a great sense of nation, cannot expect less than an increase in the strategic expenditure owning to the ongoing threat posed by ISIS. Actually, this opinion is strongly supported by the Republican voters. At the same time, 57% of the Americans declare in favor of state involvement into domestic policy, as there are other issues like the welfare or healthcare system, which need to be managed, as well. On the other hand, Democratic voters express concerns about other matters, not of less importance, for instance, climate change. Therefore, analyzing the voters’ needs in order to be able to either understand what they need or understand how they make them need what they want, is of paramount importance. On the top of that, we cannot neglect the fact that we talk about an ethnically divided society with the foreign population representing the 15% of the total. Family structures, which are differentiated owning to the increase of divorces, the involvement of women into workforce, income inequalities, and significant aging population have become a pain in the neck for the 2 candidates making things even more complex than they used to be.

After having analyzed in a few words the current situation of the American society, now it is time to take an inside look at the strategies of the 2 political figures.

2016-10-10-1476135120-8225852-hillary1

The 2016 presidential campaign of  Democrat Hillary Clinton was announced in a YouTube video, on April 12, 2015. Social distinctions have become the very first target of Miss Clinton as Spanish-speakers, as well as women, the African-American and the LGBT community became part of her rhetoric very soon. Equity and equality are values that are mostly presented to the public. With expressed opinions in favor of the LGBT community, as well as for contraception, bet to rally younger audiences, while the struggle for racial equality mobilizes the southern States, where there is a significant population growth of Hispanic populations, immigrants and blacks. That is exactly the reason why she introduces herself as the first woman President, successor of the first black President, Barack Obama. Her whole political project is based on the political continuity of Obama’s policy, given the fact the people are more or less satisfied from how policies were implemented through the previous period during the Obama Presidency. And of course, we should refer to the support Hillary enjoys from Obama and Bernie Sanders. As far as the first political personality is concerned, it has become well-known the “I’m with her” slogan, which exerts a significant influence onto people who are in favor of Obama and those who remain undecided, but still they were satisfied from the Obama policy. Therefore, a support like this can attract a variety of voters that otherwise would stay at home. We could name this strategy as part of the “Get out the vote” tactic. Concerning the latter political personality, Bernie Sanders, it is Hillary’s choice to openly state in favor of him in spite of being rival in the past. In this way it is not only the unity of the party with is maintained through the partial adoption of Sander’s programmatic statements (fight against income inequality, gradual elimination of future sponsorship during the campaign), but also the amount of Sander’s supporters, which are gained.

donald_trump_flag.jpg

In the camp of the Republicans, Trump personifies the businessman with ‘clean hands’, and until recently did not actively engage in politics, although he tried several times in the past to engage (dating back to 1988, when he tried to take positions corresponding to the position of vice president in the George Bush government). Radicalization was from the first moment the very special element that he had to present to the public and that is why he got so quickly popular. Some people say negative advertisement finally leads to the exact opposite, so this idea could partly explain his popularity in the American society. His arrogant, authoritarian and controversial speech attracted very quickly the attention of social media, in which he actually wanted to enter. We should also keep in mind that Trump spent at the beginning only a modest amount on advertising- $10 million through February 2016- but his campaign strategy was so well organized that we could finally say that one or the other way he took control of the media coverage and attention. From that perspective, it is undoubtedly a very successful involvement in the media world that Trump has achieved. Concerning his target groups, blue-collar voters, as well as uneducated people tend to be his most passionate supporters, the vast majority of which state in favor of his anti-immigration rhetoric and border security plans. Following the strategy of triangulation, he adopts a political program moved to the ” center ” to attract voters with low political preferences and non-politicized, who are pinning their hopes on the ” new ”. Specifically, the temporary closure of borders, the positive attitude towards Hispanics, and the recruitment of women to senior positions, with respect to the campaign design, form part of this strategy. “Make America great again” is what he states. Trump, because of his conservative views, motivates and attracts the Romance population and Christians Protestants (who are 55% and 89% of the population, respectively). Therefore, the election result seems to penetrate the ethnic and the religious factor. However, according to the latest developments regarding Hurricane Mathew recently erupted in Florida, added to them and the factor of effective management and crisis response. Nevertheless, Florida falls in the category of «swing states», which increases strategic interest around this state. Sometimes racistic, some other times misogynic comments and some other times his own, pure populism have contributed to his high-rate preference Americans express for him. Historically, in times of crisis- as the US could be characterized as being in a tough situation- politicians with very strong, touching-the-edges ideological position tend to get even broader acceptance by the worried public. And this is a situation, of which Trump has taken advantage. How could someone oversee his exaggerate proposals focused on the creation of a Mexico-US wall at Mexican expense, the immediate deportation of all the illegal immigrants, the banning of Muslims entering the US because they are “potential terrorists”? His so-called “extreme” positions initially upset public opinion and highlighted the marginal lead of Hillary in the polls. At the same time, the suspicion of non-steady state of health of Hillary, which fits strategically in the degradation of political opponents by the attack on candidate issues (attack on staff), was convenient enough to attract voters from the ranks of the Democrats. The suspected unstable health shall immediately, in the minds of citizens, lead to general weakness and leading incapacity.

Victory seems to be really controversial and everyone is expecting the final outcome. Until then, let’s wish the best for the US, let’s wish the best for the world.

….

After watching the inauguration of Mr. Trump (20/01/2017), I am really concerned about the outcome..Is it the new President of the United States that will shape the environment or is it global conditions that already gave birth to Donald Trump?

French vote: relief or alarm

2017 starts with an internationally interesting presidential election procedure. The citizens of France are called on 23rd April 2017 to cast their vote and determine who is going to be the president of the French Republic for the next 5 years.

The presidential elections have urged 3 main political figures to pour in the battle for the presidency: Francois Fillon, Marine Le Pen and Emmanuel Macron.

francois-fillonStarting with Francois Fillon, he represents the centre-right cleavage. Mr. Fillon has been the Prime Minister of France from 2007 to 2012, during the presidency of Nicolas Sarkozy and has served as a Minister too. He has a reputation as a reformer and an honest man, who will transform the economy as well as the tax system under his liberal point of view. He is promising the cutting of public sector jobs (up to 0.5 million) and bureaucracy, the remove of the wealth tax as well as the abolition of the 35-hour work week. His policy reminds of Margaret Thatcher and thus he is criticized by a large portion of the population. However, his main focus on France’s Catholic roots puts him in a long tradition of French conservatism which has no real equivalent in Britain. Concerning his foreign policy, Mr. Fillon wants to deprive jihadists returning from the wars in Iraq and Syria of their French nationality and requires parents in receipt of social allowances agree to a “parental responsibility contract”, to tackle children’s absenteeism or behavior “disrespectful of the values of the [French] republic”. He also advocates the tightening of relations with Russia by lifting the EU sanctions and by helping the Syrian President defeat ISIS. Finally, what summarizes his view is this statement: “We have all the assets to be a modern, sovereign nation in the lead in Europe”.

The far-right sentiment is represented by Ms. Marine Le Pen and her political party, the  marine-le-pen-afpNational Front. Aiming to detoxify the image of the party, since taking over its leadership from her father in January 2011, Marine Le Pen is in the presidential elections tough but plausible favorite. Legal immigration is getting half less than it used to be per year (from 200.000 to 10.000), while illegal migration is tackled by deporting illegal migrants. As far as housing and jobs are concerned, Ms. Le Pen is giving high priority to French citizens and thus she is focusing on a national, independent state by rejecting the European Union as well as its currency, the euro. The increase in police powers and in prison places (40.000 new prison places) that Ms. Le Pen advocates, is the key to assure the protection and security of France. Concerning social issues, Marine Le Pen, a candidate known for her conservative Catholic roots, has run anti-gay marriage rallies, favouring the “traditional family”. She has openly spoken of the “true French” identity, demanding Muslims in France adopt values rooted in Christianity. One of the most significant statements, reflecting the political ideology that Marine Le Pen has, is the following: “French citizenship should be either inherited or merited”.

macron_bercy_pays_sipaWhile the centre-left seems to be fragmented, Mr. Emmanuel Macron, a 39-year-old social-liberal, centrist candidate and former finance minister presents upward trend, showing he can “jump over” the Fillon-Le Pen duo. Being an independent candidate of change, Macron’s anti-system approach will either fragment (more) the left-wing vote or just drain votes away from Marine Le Pen. After founding “En Marche!”, his political organization, Emmanuel Macron tried to represent the French misrepresented centre voice that, according to him, France was not representing. Therefore, Internet is this candidate’s tool to build his political movement and reinvent French politics. Making business and working independently is of paramount importance for Mr. Macron and thus labor market reforms prevail  in his political agenda, aiming also to bolster the single currency union. Moreover, he proposes the creation of a euro zone budget to finance growth-oriented investments as well as to provide to struggling member states the  financial assistance they need. On EU affairs, Mr. Emmanuel Macron advocates the European Union’s preparadeness and readiness in order to achieve the most effective domestic political scrutiny. As he states, “There can be no success without Europe” and     “a roadmap for Europe” is needed with actions that states want to implement in areas like defense, security and fiscal governance. Macron’s political goal could be summarized in the following statement: “To be clear about the French momentum, we are accelerating”.

According to polls, Francois Fillon and Marine Le Pen are likely to go up to the second round, while Emmanuel Macron is the alternative solution that might go things upside down. Of course, we should wait for the Socialist Party presidential primary that will be held at the 22nd and 29th of January 2017, nominating either Manuel Valls, Arnaud Montebourg or Jean-Luc Bennahmias, the top 3 likely-elected candidates of the primary.

S.Christofyllidis